Ουρολοίμωξη – Υποτροπιάζουσες Ουρολοιμώξεις – Κυστίτιδες

 

Ένα συχνό πρόβλημα της σύγχρονης γυναίκας

 

Λίγα λόγια για το ουροποιητικό μας σύστημα και τις ουρολοιμώξεις

 

Το ουροποιητικό μας σύστημα αποτελείται από τους δύο νεφρούς, τους δύο ουρητήρες, την ουροδόχο κύστη και την ουρήθρα. Το σύστημα αυτό είναι υπεύθυνο για την αποβολή των τοξικών ουσιών που κυκλοφορούν στον οργανισμό και συγκεκριμένα στο αίμα, το οποίο φιλτράρεται στους νεφρούς και επιστρέφει καθαρό στην κυκλοφορία, ενώ τα ούρα που περιέχουν τις «άχρηστες» ουσίες οδηγούνται μέσω των ουρητήρων στην ουροδόχο κύστη και εν συνεχεία μέσω της ουρήθρας αποβάλλονται από τον οργανισμό.
Όλα τα παραπάνω τμήματα του ουροποιητικού (νεφροί, ουρητήρες, κύστη, ουρήθρα) μπορούν να προσβληθούν από μικρόβια αλλά συχνότερα προκύπτουν λοιμώξεις του κατώτερου ουροποιητικού, δηλαδή της ουροδόχου κύστεως και της ουρήθρας. Στην περίπτωση αυτή μιλάμε για κυστίτιδα και ουρηθρίτιδα αντίστοιχα, ενώ όταν εμπλέκεται το ανώτερο ουροποιητικό (νεφροί, ουρητήρες) μιλάμε για πυελονεφρίτιδα.
Στο μεγαλύτερο ποσοστό των ουρολοιμώξεων (95%) υπεύθυνος μικροοργανισμός είναι το κολοβακτηρίδιο (E.Coli) που αποτελεί μέρος της φυσιολογικής χλωρίδας του εντέρου. Άλλοι συνήθεις παθογόνοι μικροοργανισμοί είναι οι klebsiella pneumoniae, Staphylococcus saprophyticus και Proteus mirabilis.

 

Τι είναι ουρολοίμωξη και πώς ορίζονται οι υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις;

 

Ως πρώτο επεισόδιο ουρολοίμωξης ορίζεται η κλινικά και εργαστηριακά πρώτη λοίμωξη σε μία γυναίκα. Η πρώτη λοίμωξη ανταποκρίνεται συνήθως στη θεραπεία. Ως υποτροπιάζουσες χαρακτηρίζουμε τις ουρολοιμώξεις όταν αυτές εμφανίζονται τουλάχιστον τρείς φορές σε διάστημα 12 μηνών. Οι υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις μπορεί να είναι αποτέλεσμα του ιδίου μικροβίου που εμμένει και δεν θεραπεύεται ή μπορεί να δημιουργούνται από διαφορετικό κάθε φορά μικροοργανισμό.

 

Ποια είναι τα συμπτώματα της ουρολοίμωξης και πως γίνεται η διάγνωση;

 

Τα συνηθέστερα συμπτώματα τα οποία οδηγούν τη γυναίκα στην αναζήτηση ιατρικής συμβουλής είναι:

  • Συχνουρία
  • Πόνος και καύσος κατά την ούρηση με ταυτόχρονα μικρή αποβαλλόμενη ποσότητα ούρων ( σταγόνα-σταγόνα)
  • Νυχτουρία
  • Αιματουρία
  • Δύσοσμα και θολά ούρα

 

Η διάγνωση συνήθως είναι εύκολη και τίθεται από το ιστορικό αλλά επιβεβαιώνεται με γενική και καλλιέργεια ούρων. Από τη γενική ούρων θα έχουμε ήδη τα πρώτα στοιχεία όπως αυξημένα πυοσφαίρια και ερυθρά αιμοσφαίρια καθώς και πληθώρα μικροοργανισμών, ενώ στην καλλιέργεια αριθμός μικροβίων μεγαλύτερος από 100.000 επιβεβαιώνει τη διάγνωση. Το αντιβιόγραμμα θα μας δώσει την κατεύθυνση για τη θεραπεία, δηλαδή ποια αντιβιοτικά μπορούν να εκριζώσουν το μικρόβιο.

 

Που οφείλονται οι υποροπιάζουσες ουρολοιμώξεις;

 

Οι παράγοντες που έχουν ενοχοποιηθεί για την εμφάνιση των επαναλαμβανόμενων ουρολοιμώξεων είναι :ul

  • Το φύλο. Στις γυναίκες οι ουρολοιμώξεις είναι πολύ συχνότερες σε σχέση με τους άντρες λόγω τού μικρότερου μήκους της ουρήθρας καθώς και λόγω της μικρότερης απόστασης αυτής από τον πρωκτό.
  • Η σεξουαλική επαφή.
  • Κάποιες μέθοδοι αντισύλληψης (κολπικό διάφραγμα, σπερματοκτόνες ουσίες).
  • Η ατροφική ουρηθρίτιδα και κολπίτιδα ως αποτέλεσμα έλλειψης οιστρογόνων κατά την εμμηνόπαυση.
  • Η χαλάρωση του πυελικού εδάφους (πρόπτωση μήτρας, κυστεοκήλη, ακράτεια ούρων).
  • Η χρόνια δυσκοιλιότητα.
  • Οι νευρολογικές παθήσεις (π.χ σκλήρυνση κατά πλάκας).
  • Η λιθίαση του ουροποιητικού.
  • Ο σακχαρώδης διαβήτης.
  • Τα εκκολπώματα ουρήθρας.
  • Το υπόλειμμα ούρων μετά την ούρηση.
  • Η δυσλειτουργία του σφιγκτηριακού μηχανισμού της ουρήθρας

 

Πρέπει να υποβληθώ σε εξειδικευμένες εξετάσεις;

 

Το μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών που υποφέρουν από συχνές ουρολοιμώξεις δεν φαίνεται να έχουν κάποιο ανατομικό πρόβλημα από το ουροποιητικό τους σύστημα, όπως αναφέρεται στη βιβλιογραφία. Συνεπώς μόνο μετά από εξέταση από εξειδικευμένο γυναικολόγο ή ουρολόγο και εφόσον εκείνος έχει ισχυρή υποψία κάποιας υποκρύπτουσας παθολογίας, μπορεί να προτείνει περαιτέρω έλεγχο. Ανάλογα με την κλινική εικόνα και το ιστορικό της γυναίκας, υπάρχει μια πληθώρα εξετάσεων ( π.χ ουροδυναμικός έλεγχος, κυστεοσκόπηση, υπερηχογράφημα νεφρών- κύστεως, αξονική τομογραφία κλπ), που ο ιατρός θα συστήσει εάν αυτό κριθεί απαραίτητο.

 

Πως μπορώ να μειώσω τον κίνδυνο για ουρολοιμώξεις; Υπάρχει αποτελεσματική θεραπεία;

 

Οι ουρολοιμώξεις και η συχνή τους εμφάνιση έχουν άμεση σχέση με κάποιες συνήθειες στον τρόπο ζωής μας, που αν τις τροποποιήσουμε μπορούμε να μειώσουμε τον αριθμό των επεισοδίων. Προτείνουμε επομένως τα παρακάτω:

  • Να καταναλώνετε αρκετό νερό ( 8-10 ποτήρια την ημέρα τουλάχιστον).
  • Να καταναλώνετε βιταμίνη C και Cranberries.
  • Να αδειάζετε την κύστη σας μόλις αισθάνεστε την αίσθηση για ούρηση. Η καθυστέρηση της ούρησης προδιαθέτει σε ανάπτυξη μικροβίων.
  • Μετά την ούρηση να σκουπίζεστε με κατεύθυνση από εμπρός πρός τα πίσω και όχι ανάποδα.
  • Να ουρείτε πάντα μετά από κάθε σεξουαλική επαφή.
  • Να φροντίζετε για ικανοποιητική λίπανση του κόλπου κατά την επαφή.
  • Να μην χρησιμοποιείτε ειδικά σαπούνια και αντισηπτικά σε καθημερινή βάση.
  • Συνεννόηση με τον παθολόγο για τυχόν ρύθμιση του σακχάρου σε φυσιολογικά επίπεδα.
  • Διόρθωση της χαλάρωσης του πυελικού εδάφους με την κατάλληλη ουρογυναικολογική χειρουργική επέμβαση, όπου αυτό απαιτείται.
  • Αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας .

 

Εκτός από τα παραπάνω συντηρητικά μέτρα, υπάρχει και η φαρμακευτική αγωγή που σε συνδυασμό με αυτά μπορεί να βοηθήσει στην μείωση έως και εξάλειψη των επεισοδίων. Απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια είναι η απόλυτη τήρηση των συντηρητικών μέτρων και εάν αυτά δεν αποδώσουν τότε ο ιατρός θα προτείνει φαρμακευτική προληπτική αγωγή.
Προτείνεται λοιπόν η χρήση μιας χαμηλής δόσης αντιβιοτικής αγωγής καθημερινά για διάστημα από έξι έως δώδεκα μήνες. Το είδος του αντιβιοτικού επιλέγεται από τον ιατρό βάσει του ιστορικού της γυναίκας και των πιθανών αλλεργιών. Εναλλακτικά μπορεί ο ιατρός να προτείνει μια μικρή δόση αντιβίωσης μετά απο κάθε σεξουαλική επαφή σε νέες γυναίκες που συνδέουν τις κυστίτιδες με το σεξ. Τέλος η χρήση κολπικών οιστρογόνων σε εμμηνοπαυσιακές γυναίκες είναι αποτελεσματική στην αντιμετώπιση της ατροφίας που αποτελεί παράγοντα κινδύνου για λοιμώξεις του κατώτερου ουροποιητικού.